καράτι

καράτι
Μονάδα βάρους πολύτιμων λίθων· μονάδα μέτρησης του βαθμού καθαρότητας των κραμάτων χρυσού. Το κ. ως μονάδα βάρους χρησιμοποιείται σε όλους τους πολύτιμους λίθους, εκτός από τα μαργαριτάρια. Το μετρικό κ. καθιερώθηκε από την Δ’ Γενική Διάσκεψη Μέτρων και Σταθμών στο Παρίσι το 1907 και αντιστοιχεί σε 200 χιλιοστά του γραμμαρίου (mg). Για τα μαργαριτάρια χρησιμοποιούνται ως μονάδες βάρους οι κόκκοι, το βάρος των οποίων ισοδυναμεί με 1/4 του κ. ή 50 mg. Το κ. χρησιμοποιείται επίσης ως μονάδα βάρους για τη μέτρηση του καθαρού χρυσού που περιέχεται σε 24 μέρη συνολικού βάρους ενός κράματος χρυσού. Για παράδειγμα, χρυσός 18 κ. περιέχει 18/24 καθαρού χρυσού και 6/24 άλλου μετάλλου, ενώ ο χρυσός 24 κ. είναι απόλυτα καθαρός. Η λέξη κ. προήλθε από παραφθορά της λέξης κεράτιο (κουκούτσι χαρουπιού). Οι σπόροι της χαρουπιάς, επειδή έχουν όλοι περίπου το ίδιο βάρος (205 mg), χρησιμοποιούνταν παλιά για να υπολογίζεται το βάρος πολύτιμων λίθων.
* * *
το
1. μονάδα μέτρησης τού βαθμού καθαρότητας των κραμάτων χρυσού, δηλ. τής περιεκτικότητας καθαρού χρυσού, με βάση τον απολύτως καθαρό χρυσό, που είναι 24 καρατιών
2. (για πολύτιμους λίθους) μονάδα βάρους ίση με το ένα πέμπτο τού γραμμαρίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. ιταλ. carato < λατ. carratus < αρχ. ελλ. κεράτ-ιον «κουκούτσι χαρουπιού»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • καράτι — το (λ. λατ.), μονάδα για τη μέτρηση του βαθμού καθαρότητας των κραμάτων χρυσού: Είναι χρυσός 18 καρατιών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαμάντι — Ορυκτό που αποτελείται αποκλειστικά από άνθρακα κρυσταλλωμένο στο κυβικό ή μονομετρικό σύστημα. Στην καθαρή του μορφή είναι άχρωμο. Η τυχαία παρουσία ξένων ουσιών τού προσδίδει ελαφρές ή έντονες αποχρώσεις, οι οποίες ελαττώνουν ή αυξάνουν την… …   Dictionary of Greek

  • καρατάρω — 1. δοκιμάζω ώσπου να βρω την αναλογία, την κανονική δόση 2. υπολογίζω, εικάζω, συμπεραίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. caratare ή < καράτι] …   Dictionary of Greek

  • κεράτιο(ν) — το (ΑΜ κεράτιον) 1. (υποκορ. τού κέρας) μικρό κέρατο, κερατάκι («γενέσθαι φυσικῶς καθ ἑκάτερον μέρος τών κροτάφων κεράτια», Διόδ.) 2. ο καρπός τού δέντρου κερωνία, δηλ. το ξυλοκέρατο, το χαρούπι («ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῡ ἀπὸ τῶν… …   Dictionary of Greek

  • ξυλόκοκκον — ξυλόκοκκον, τὸ (Α) πολύ μικρή μονάδα βάρους, το κεράτιον, σημερ. καράτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλον + κόκκος «είδος μέτρου»] …   Dictionary of Greek

  • τετρακέρατος — η, ο / τετρακέρατος, ον, ΝΜΑ αυτός που έχει τέσσερα κέρατα νεοελλ. αυτός που έχει τέσσερεις κεραίες μσν. αυτός που αξίζει τέσσερα κεράτια, τέσσερα καράτια («ἐπὶ τόκῳ τετρακεράτῳ τὸ νόμισμα ἀνὰ χρυσίου λιτρῶν δώδεκα», Θεοφάν.). [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • κιλό ή χιλιόγραμμο — (kilo). Διεθνής μονάδα μέτρησης μάζας και βάρους. Υποδιαιρείται σε 1.000 γραμμάρια και συμβολίζεται διεθνώς με kg. Παλαιότερα, το χιλιόγραμμο οριζόταν ως η μάζα μιας κυβικής παλάμης (ή ενός λίτρου) αποσταγμένου ύδατος, θερμοκρασίας 4°C. Σήμερα… …   Dictionary of Greek

  • Τσεχία — Συνορεύει στα βόρεια με τη Γερμανία και την Πολωνία, στα νότια με τη Αυστρία και στα νοτιοανατολικά με τη Σλοβακία.Όταν διασπάστηκε η Τσεχοσλοβακία, στη Δημοκρατία της Τσεχίας παρέμειναν το ιστορικό βασίλειο της Βοημίας, η Μοραβία και τμήμα της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”